Ως η πιο καταθλιπτική ημέρα του χρόνου θεωρείται η τρίτη Δευτέρα του Ιανουαρίου που έχει καθιερωθεί να ονομάζεται Blue Monday, οπότε για τη φετινή χρονιά ως “Μπλε Δευτέρα” είχαμε τη χθεσινή, 16 Ιανουαρίου.
ΒΕΒΑΙΑ, στα δικά μας, δεν άλλαξε κάτι δραματικά στην ψυχοσύνθεση μας, ούτε νιώσαμε χειρότερα από άλλες Δευτέρες. Προφανώς ούτε και καλύτερα. Το έχουμε ακυρώσει σαν λαός αυτό το event. Ωστόσο έχουμε εσχάτως εισαγάγει το Halloween στο ρεπερτόριο μας. Εντάξει, κάτι χάνεις, κάτι κερδίζεις.
Πάντως για τη φετινή Blue Monday φρόντισε και η κηδεία του έκπτωτου, να μας απασχολήσει το μυαλό κατακλύζοντας την επικαιρότητα.
Και κυρίως το κλασικό, το σωστό, το βλακώδες Whataboutism (ελεύθερη μετάφραση: «ναι αλλά για το άλλο δε λέτε…»), η διχόνοια, το ντέρμπι, η διαφωνία και η επιλογή στρατοπέδων που ΠΡΕΠΕΙ να κάνεις σχεδόν σε οτιδήποτε προκύπτει. Σε οποιαδήποτε περίσταση ‘σκάει’ στο προσκήνιο.
Εντάξει το Πολιτειακό το έχουμε λύσει εδώ και δεκαετίες. Όσοι ονειρεύονται Βασιλείς, Μονάρχες και τέτοια πράγματα αποτελούν μία μειοψηφία, που υπάρχει μεν, αλλά δεν είναι υπολογίσιμη δε.
Είχαν τα 15 λεπτά δημοσιότητάς τους. Ή το 48ωρο τέλος πάντων. Πήραν τις παραποιημένες Ελληνικές σημαίες με κάτι κορώνες, κάτι σταυραετούς, πήγαν, έκαναν ό,τι έκαναν και τέλος.
Δεν κινδυνεύω από αυτούς. Από άλλους κινδυνεύω και αλλού είναι ο αγώνας. Ο αγώνας της αξιοπρεπούς επιβίωσης. Ο αγώνας για να μην θεωρούνται στις στατιστικές και τις έρευνες, η ένδυση και η έξοδος για καφέ ως είδη πολυτελείας. Διότι αυτό ζούμε σήμερα και αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα, επιστημονικά και με αριθμούς.
Στις πιο πρόσφατες μελέτες της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, η αγορά ρούχων, υποδημάτων και η έξοδος σε μία καφετέρια ορίζονται κανονικά και με τον νόμο ως «πολυτέλεια».
Αν έχεις σκοπό να παλέψεις, κάνε το για κάτι υπαρκτό. Για κάτι που θα έπρεπε εσύ να ορίζεις και όχι να σου το στερούν. Εκνευρίζομαι όταν βλέπω/ακούω/διαβάζω κόσμο που νευριάζει π.χ. με τους βασιλόφρονες. Όπως μου έλεγε και ένας καλός φίλος σήμερα το πρωί (Blue Tuesday), «αυτοί, αυτό πιστεύουν δεν μπορείς να το αλλάξεις». Και έτσι είναι φίλες και φίλοι. Πραγματικά δε θα προσπαθήσω να αλλάξω έναν αρχαίο νου, ξεχασμένο και παρατημένο οικειοθελώς, στο τίποτα.
Θα παλέψω όμως για εσένα και για εμένα. Για αυτά που σε κρατάνε πίσω και για όσα δεν έχεις. Κι ας τα αξίζεις. Και ας παλέψω και για αυτούς ταυτόχρονα, για όλους, δεν πειράζει.
Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν κάναμε πίσω στις μάχες.
Γι’ αυτό είμαστε ακόμη εδώ.
(φωτ. EUROKINISI)
