Η συζήτηση για την ένωση και συμπόρευση των προοδευτικών δυνάμεων στην Ελλάδα θα ήταν (πλέον) γραφική, αν δεν υπήρχε σοβαρή περίπτωση εξαΰλωσης, μετά τον κατακερματισμό.
Όλοι μιλάνε γι’ αυτήν, πολλοί δηλώνουν υπέρ της, λιγότεροι τη θεωρούν «αναγκαία», αλλά στην πράξη ελάχιστοι έβαλαν πραγματικά πλάτη για να συμβεί.
Ακόμα πιο λίγοι ήταν δε, οι διατεθειμένοι να πληρώσουν πολιτικό κόστος για να σπάσουν στεγανά, μηχανισμούς και μικρά φέουδα που έχουν στηθεί εδώ και δεκαετίες γύρω από την έννοια της «προοδευτικής παράταξης».
Αν θέλουμε να μιλήσουμε σοβαρά, πρέπει να μιλήσουμε με ονόματα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ, από το 2018 παλεύει για την περιβόητη σύγκλιση, οι εκλογικές ήττες, οι διασπάσεις και η κοινοβουλευτική ανακατάταξη φρέναραν κάθε τόσο την πειστικότητα και τη δυναμική της πρότασης, όμως μέχρι και σήμερα προσκαλεί σε συμπόρευση.
Ένα από τα ελάχιστα στελέχη του χώρου που τα τελευταία χρόνια επέμεινε σταθερά, δημόσια και χωρίς υπεκφυγές στη λογική της σύγκλισης είναι ο Νίκος Παππάς, κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος.
Δεν κρύφτηκε πίσω από γενικόλογες διακηρύξεις. Μίλησε για μέτωπο, για κοινή στρατηγική, για υπέρβαση κομματικών περιχαρακώσεων σε μια περίοδο που η κοινωνία βυθιζόταν στην απογοήτευση και η δεξιά ανασύντασσε το μπλοκ εξουσίας της χωρίς καμία αμφισβήτηση ή εσωτερικό άγχος (μέχρι πρότινος).
Το ίδιο, σε διαφορετικούς τόνους και συχνά με λιγότερη θεσμική δύναμη, έκαναν κι άλλα στελέχη του χώρου, άνθρωποι που κατάλαβαν ότι χωρίς στοιχειώδη πολιτική γενναιοδωρία, το παιχνίδι είναι χαμένο πριν καν αρχίσει.
Ειδικά τους τελευταίους μήνες, η διαφοροποίηση του Α. Χαρίτση από τους “θεματοφύλακες” της (νέας) Αριστεράς, έχει χωρίσει το κόμμα της ΝΕ.ΑΡ. σε δύο κομμάτια. Από κοντά και η Ε. Αχτσιόγλου, σε μία κάπως παράλληλη πορεία. Κατά πόσο, πότε και πώς θα συναντηθούν μένει να απαντηθεί ξεκινώντας από σήμερα, στην ολοκλήρωση του Συνεδρίου της Νέας Αριστεράς.
Στο ΠΑΣΟΚ ΚΙΝΑΛ τα πράγματα είναι ακόμα πιο πολύπλοκα και ο Νίκος Ανδρουλάκης θα δώσει μεγάλες μάχες στο επικείμενο Συνέδριο με τους υπέρμαχους της προοδευτικής παράταξης και τους πολέμιους κάθε τέτοιας προσπάθειας. Ο ίδιος είναι (πάλι) υπό αμφισβήτηση, καθώς δεν έχει καταφέρει να πείσει σχετικά με το που και κυρίως το πώς θα πορευτεί το ΠΑΣΟΚ.
Ο δήμαρχος Δούκας και στελέχη γύρω του, έχουν θέσει ανοιχτά δύο βασικά ζητήματα: τη δέσμευση για ΜΗ συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία και την επαφή με τον Αλέξη Τσίπρα.
Ωστόσο υπάρχει ένα εξίσου συγκεκριμένο μπλοκ που αντιστέκεται σοβαρά και συστηματικά σε κάθε σοβαρή προσπάθεια. Μία διαρκής επίκληση σε υποτιθέμενες «διαφορές αρχών» που στην πραγματικότητα κρύβουν φόβο απώλειας ρόλου.
Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης από τη Νέα Αριστερά είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πολιτικός με διανοητικό υπόβαθρο και δημόσιο λόγο, που όμως στην πράξη λειτουργεί ως φρένο, όχι ως καταλύτης.
Το ίδιο και η ομάδα Διαμαντοπούλου από το ΠΑΣΟΚ, που κάθε φορά που άνοιγε θεωρητικά το θέμα της προοδευτικής σύγκλισης, στην πράξη το ανατίναζε με όρους τεχνοκρατικού κυνισμού, πολιτικής αυτάρκειας και Δεξιάς ρητορικής.
Λες και ο κόσμος εκεί έξω καίγεται να ακούσει για «σύγχρονες σοσιαλδημοκρατικές συνθέσεις», ενώ δεν μπορεί να πληρώσει ρεύμα, σούπερ μάρκετ και ενοίκιο.
Μεγάλο πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο τα κεντρικά στελέχη. Είναι το περιφερειακό και τοπικό επίπεδο, εκεί που υποτίθεται ότι χτίζεται η πολιτική από τα κάτω.
Με εσωτερικές συνεδριάσεις, βαρετά κείμενα, άδεια ακροατήρια και μια μόνιμη απορία γιατί ο κόσμος δεν έρχεται; Η απάντηση είναι απλή και καθόλου κολακευτική. Γιατί δεν τον θέλετε στ’ αλήθεια. Γιατί αν ερχόταν, θα έπρεπε να αλλάξετε. Να ακούσετε. Να παραχωρήσετε χώρο. Να χάσετε τον έλεγχο. Και αυτό, για μεγάλο μέρος του λεγόμενου προοδευτικού μηχανισμού, είναι πιο τρομακτικό ακόμα και από την ίδια τη δεξιά.
Παρατηρείται εδώ και τουλάχιστον 10 χρόνια, από τότε που …ξεδιάντροπα η Αριστερά…τόλμησε να κυβερνήσει.
Η ένωση των προοδευτικών δυνάμεων δεν απέτυχε επειδή «δεν ωρίμασαν οι συνθήκες».
Απέτυχε γιατί πολλοί δεν ήθελαν πραγματικά να πετύχει. Τη χρησιμοποιούσαν ως αφήγημα, ως ρητορικό άλλοθι. Όχι ως πραγματικό σχέδιο εξουσίας και κοινωνικής ανατροπής. Κι όσο αυτό δεν λέγεται καθαρά, θα συνεχίσουμε να μιλάμε για ενότητα, ενώ στην πράξη επενδύουμε στη διάσπαση και την απομόνωση.
