Covid Pass, Fuel Pass, Power Pass, καλά πας. Όλα τα Pass ευπρόσδεκτα. Ειδικά όταν πρόκειται για τα απειροελάχιστα χρήματα που μας επιστρέφονται από τους φόρους μας, σε σύγκριση με αυτά που καταβάλαμε για να δημιουργηθούν υπερκέρδη σε ιδιωτικές εταιρίες.
Τώρα όμως επείγει η έκδοση του πλέον πολύτιμου Pass. Του toxic pass. Τον τελευταίο καιρό είναι κάτι παραπάνω από εμφανής η πόλωση που δημιουργείται στον δημόσιο πολιτικό λόγο. Η τοξικότητα δεν λείπει επίσης. Και «μακάρι» να μιλούσαμε μόνον για τα τηλεοπτικά παράθυρα, ή τα social media. Για τις πιο «χαλαρές» δηλαδή τοποθετήσεις, πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και δημοσιολόγων.
Ωστόσο η μεταφορά αυτής της τοξικότητας μέσα στη Βουλή των Ελλήνων και οι επίσημες ομιλίες περί «εκτσογλανισμού», «μύθου του Πολυτεχνείου» κλπ, δημιουργούν εξαιρετικά άσχημες εντυπώσεις.
Και στο παρελθόν είχαμε ακραίες δηλώσεις από πολιτικούς. Πώς να ξεχάσει κάποιος τον Α. Γεωργιάδη που φώναζε στα παράθυρα «θα τους γδάρω, θα τους λιώσω, πρώτα απ’ όλους τον Τσίπρα που τα παίρνει», ή και πιο πρόσφατα το ελεεινό βίντεο όπου ο κ. Βερναρδάκης αναφερόταν στην υπουργό παιδείας παρομοιάζοντάς την με πρόσωπο-ύποπτο για παιδοκτονία. Δεν αναφερόμαστε καν σε δημοσιογράφους που εγκαλούνται κάθε τρεις και λίγο από την ένωσή τους γιατί προσβάλλουν και το επάγγελμα και κυρίως το ακροατήριό τους.
Αλλά πλέον μιλάμε για το βήμα της Βουλής. Για την επισημοποίηση της τοξικότητας και την εισαγωγή της στην πολιτική αντιπαράθεση. Ο Πρωθυπουργός, που πιστεύουμε πως είναι ένας εξαιρετικά ευγενής άνθρωπος στην καθημερινότητά του, αποκάλεσε συμμορία και βούρκο δημοσιογράφους από το βήμα της Βουλής. Άφησε ποταπό υπονοούμενο για τα γκαζάκια στον όμιλο Real και το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μίλησε για «εκτσογλανισμό». Εκφράσεις και ύβρεις που δεν αρμόζουν ούτε στο αξίωμα, ούτε στον ίδιο τον πολιτικό άνδρα.
Ο υφυπουργός Παιδείας, κ. Συρίγος ξεσήκωσε αντιδράσεις με την ομιλία του από το βήμα της Βουλής για τον «πολιτικό μύθο του Πολυτεχνείου». Και θα λέγαμε πως ήταν μία άτυχη στιγμή αν το πρώην μέλος του «Δικτύου 21», δεν είχε αναφερθεί προ μηνών στο θέμα της πανεπιστημιακής αστυνομίας με την τρομερή ατάκα «από το 1969 είχε ιδρυθεί μέσα στα πανεπιστήμια αστυνομικό τμήμα»…
Εν πάση περιπτώσει, δεν εξετάζουμε, το ξαναλέμε, παρουσίες σε τηλεπαράθυρα, σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συγκεντρώσεις και συνεστιάσεις. Μιλάμε για γραπτές ομιλίες, για δομημένο λόγο, στη βουλή των Ελλήνων.
Ποιον ευνοεί αυτή η τροπή του δημόσιου διαλόγου;
Από όλη αυτή την αηδιαστική μεταβολή της επιχειρηματολογίας σε «ατάκες πεζοδρομίου», καταρχήν ευνοείται ο οιοσδήποτε επιθυμεί την απαξίωση της πολιτικής κουβέντας. Της πολιτικής ζωής. Των κομμάτων. Της Δημοκρατίας της ίδιας.
Στην κόντρα των δύο κομμάτων που διεκδικούν τα τελευταία χρόνια την εξουσία, ο μεγάλος χαμένος, αν «τσιμπήσει» και ακολουθήσει αυτή την οδό, θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Διότι το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν έχει να χάσει κάτι, έτσι ώστε να καταφύγει σε ακραία προσβλητική ρητορική έναντι αντιπάλων. Τί να χάσει; Τη δεύτερη θέση;
Η Νέα Δημοκρατία από την άλλη νιώθει πως οφείλει να διαφυλάξει την δημοσκοπική της υπεροχή έναντι του δεύτερου ΣΥΡΙΖΑ. Έχουν περάσει, είναι αλήθεια, τρία δύσκολα χρόνια. Η πολιτική κούραση είναι εμφανής. Και η κοινωνική κόπωση επίσης. Ακόμα και στις μετρήσεις κοινής γνώμης, τις οποίες λαμβάνει πολύ σοβαρά η ΝΔ, τα ποιοτικά στοιχεία των ερευνών είναι την τελευταία περίοδο σφόδρα ενάντια στην κυβέρνηση. Τώρα, εάν θα εξακολουθήσει η κυβερνητική παράταξη στον δρόμο αυτό, προσπαθώντας να συσπειρώσει το κοινό της, ώστε να πάει με τις λιγότερο δυνατές απώλειες στις εκλογές, μένει να το δούμε. Πάντως μακροχρόνια, ούτε στη Νέα Δημοκρατία θα προσφέρει η τοξικότητα και η πόλωση.
Διότι αν ο κόσμος καταπονείται από τις οικονομικές αστοχίες, άλλο τόσο κουράζεται από τις επικοινωνιακές δυστοκίες. Και εάν η καθημερινότητα προκαλεί θλίψη, η τοξικότητα θα προκαλέσει επικίνδυνο εκνευρισμό.
