Οι ηγέτες της Δύσης είναι διχασμένοι σχετικά με τον εξοπλισμό της Ουκρανίας, τα εμπάργκο πετρελαίου και για το αν το Κίεβο θα πρέπει να αποδεχθεί την απώλεια εδαφών.
Η απροθυμία της Γερμανίας να προμηθεύσει την Ουκρανία με βαρύ οπλισμό έχει επιφέρει μία διπλωματική κρίση μεταξύ των ηγετών της Δύσης, οι οποίοι χωρίζονται μεταξύ αυτών που πιστεύουν ότι μπορούν να συνεργαστούν με τη Ρωσία του Β. Πούτιν όταν λήξει η εισβολή και εκείνων που θεωρούν κάτι τέτοιο εξαιρετικά δύσκολο.
Η διαμάχη αυτή οδηγεί σε διαφωνίες σχετικά με τον οπλισμό της Ουκρανίας, τη σκοπιμότητα επιβολής ενός ολοκληρωτικού εμπάργκο εισαγωγής ρωσικού πετρελαίου και κατά πόσον το Κίεβο θα πρέπει να δεχτεί μια περαιτέρω απώλεια εδάφους στο τέλος του πολέμου ως τίμημα για την ειρήνη.
Το καίριο σημείο σύγκρουσης όμως της Ουκρανίας με τους συμμάχους της, έχει να κάνει με την αποστολή επιθετικού οπλισμού, τον οποίο θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να αντεπιτεθεί στους εισβολείς. Σε αυτό η Γερμανία φαίνεται να προτείνει μία έμμεση βοήθεια προς το Κίεβο. Εξοπλίζοντας δηλαδή τους ανατολικούς συμμάχους της, Πολωνία, Τσεχία και αυτοί με τη σειρά τους να δώσουν τον βαρύ οπλισμό στην Ουκρανία.
Το Κίεβο υφίσταται σοβαρές απώλειες λόγω της απουσίας όπλων μεγάλης εμβέλειας. Ο γενικός διοικητής των ενόπλων δυνάμεων της Ουκρανίας, δήλωσε ότι η παράδοση των όπλων δεν μπορεί να καθυστερήσει: «Έχουμε μεγάλη ανάγκη από όπλα που θα επιτρέψουν να χτυπήσουμε τον εχθρό από μεγάλη απόσταση».
Επικαλούμενο πηγές του στο ΝΑΤΟ, το γερμανικό εθνικό πρακτορείο ανέφερε ότι τα μέλη της συμμαχίας συμφώνησαν ανεπίσημα να μην προμηθεύσουν συγκεκριμένα όπλα στην Ουκρανία, φοβούμενοι ότι η Ρωσία θα μπορούσε να δει την παράδοση αρμάτων μάχης και αεροσκαφών ως σφοδρή ανάμειξη της Δύσης στον πόλεμο και να λάβει αντίποινα μέτρα.
Σε μια αναφορά στις εντάσεις, η Βρετανίδα υπουργός Εξωτερικών Λιζ Τρας, προειδοποίησε τη Δύση για την οπισθοδρόμηση και τον κατευνασμό, επιμένοντας ότι η ανάγκη παροχής όπλων ήταν επείγουσα: «Αυτό που δεν μπορούμε να έχουμε είναι η άρση των κυρώσεων, δηλαδή κατευνασμός, που απλώς θα κάνει τον Πούτιν ισχυρότερο μακροπρόθεσμα». Επιμένει ότι οι κυρώσεις στη Ρωσία δεν μπορούν να αρθούν έως ότου ο Πούτιν εγκαταλείψει τελείως την Ουκρανία και ο στρατός του αποδυναμωθεί αμετάκλητα. Έχει ισχυρούς συμμάχους στην ανατολική Ευρώπη και τη Βαλτική, αλλά όχι στο Παρίσι ή στο Βερολίνο.
Η Πολωνία επίσης έχει κατακρίνει την «ουδετερότητα» της Γερμανίας. Ο Καγκελάριος Σολτς όμως, στην ομιλία του στο φόρουμ του Νταβός, απορρίπτοντας τέτοιους ισχυρισμούς τόνισε πως η εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου ήρθε αναπάντεχα σαν κεραυνός…
Η Ιταλία μέσω του Μ. Ντράγκι υποστηρίζει καταρχάς μια εποπτευόμενη κατάπαυση του πυρός και «αποστρατιωτικοποίηση» της πρώτης γραμμής. Ως συνέχεια μια μεγάλη συμφωνία ΕΕ/ΝΑΤΟ-Ρωσίας, αναβίωση των συνομιλιών στρατηγικής σταθερότητας, ένας νέος ρόλος για τον Οργανισμό για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και μια επανεξέταση ορισμένων από τα άλλα θέματα που συζητούνταν μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσία το περασμένο καλοκαίρι.
Παρά το γεγονός πως ο πρ. πρόεδρος της Ρωσίας Μεντβέντεφ είχε αντικρούσει και ειρωνευτεί το σχέδιο Ντράγκι, εντός της ρωσικής διπλωματίας υπάρχουν φωνές που βρίσκουν μία βάση σε αυτό το πλάνο.
Με πληροφορίες από The Guardian
