Αμερικανική εκστρατεία δηλώσεων για γερά νεύρα.
Η κυβέρνηση Μπάιντεν συνεχίζει τον πόλεμο δηλώσεων και διαρροών σχετικά με τις προθέσεις και τις κινήσεις του προέδρου Πούτιν με σκοπό να προβιβάσει και να αναδείξει την κρίση στην Ουκρανία, ως Ρωσικό – νατοϊκό ζήτημα. Κρατώντας έτσι σε εγρήγορση τους συμμάχους, επιμένοντας πως η απειλή μίας γενικευμένης σύρραξης στα σύνορα της Ευρώπης είναι υπαρκτή και πρέπει να αναμένεται από μέρα σε μέρα.
Ο πρόεδρος Πούτιν περιμένει. Χωρίς να δείχνει πως λαμβάνει σοβαρά υπόψιν του συμβουλές, επιμένει στην αποχώρηση των δυνάμεων του ΝΑΤΟ από τα πρώην κράτη του Συμφώνου της Βαρσοβίας1 με στόχο να αλλάξει τις ρυθμίσεις ασφάλειας στην ανατολική Ευρώπη.
Οι ΗΠΑ όμως παίρνουν αυτή τη στιγμή ένα μεγάλο ρίσκο.
Καταρχάς, πόλεμος με ραντεβού δεν συνηθίζεται. Όσο άρτια κι αν είναι πλέον η πρόσβαση σε πληροφορίες που αποκαλύπτουν κινήσεις στρατευμάτων, η πλευρά του επιτιθέμενου θέλει πάντοτε να διατηρεί το όποιο πλεονέκτημα αιφνιδιασμού μπορεί να έχει. Και η Ρωσική πλευρά φαίνεται πως έχει ανοίξει όλα της τα χαρτιά με τη στρατοπέδευση στα Ουκρανικά σύνορα. Η στρατηγική της Μόσχας με στόχο την εξάντληση της διπλωματικής οδού, με το όπλο στο χέρι, έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ στο να πάρουν ένα μεγάλο ρίσκο.
Επιμένει εδώ και 2 εβδομάδες η κυβέρνηση Μπάιντεν πως η εισβολή είναι θέμα ωρών, προβάλλοντας τις πληροφορίες που έχει από τις μυστικές της υπηρεσίες. Σε αυτό το ανορθόδοξο διπλωματικό παιχνίδι, συμμετέχει και η Ουκρανική κυβέρνηση με διαγγέλματα και ανακοινώσεις αναμονής της Ρωσικής επίθεσης. Η ένταση με την οποία προειδοποιούν καθημερινά οι ΗΠΑ για την επικείμενη επίθεση, σε συνάρτηση με το ότι εισβολή δεν γίνεται, εγείρει κάποια ερωτήματα. Όπως για παράδειγμα για πόσο καιρό ακόμα ο πρόεδρος Μπάιντεν μπορεί να διατηρήσει το υψηλό επίπεδο συναγερμού. Ή ακόμη, πόσο αξιόπιστη θα θεωρείται η διπλωματία των ΗΠΑ από τους νατοϊκούς συμμάχους. Και για πόσο καιρό ακόμα.
