Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο φέρνει παρεμβάσεις που έρχονται να προστεθούν στην αλυσίδα των αντεργατικών ρυθμίσεων των κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας. Οι δύο αυτές κυβερνητικές θητείες έρχονται να αποδείξουν για μία ακόμη φορά την επικίνδυνη λογική των δεξιών και των φιλελεύθερων αντιλήψεων για τις εργασιακές σχέσεις. Η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας ξεκίνησε από τα τέλη της δεκαετίας του ’90, ωστόσο την περίοδο των δύο πρώτων μνημονίων, καθώς και την περίοδο των δύο θητειών της παρούσας κυβέρνησης, ο ρυθμός της αποδιάρθρωσης αυξήθηκε θεαματικά.
Γράφει ο Ματσίγκας Παναγιώτης, μέλος της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ
Από το 2019 και έπειτα έχουμε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
-Κατάργηση της εκ των προτέρων δήλωσης των υπερωριών.
-Κατάργηση της αιτιολόγησης των απολύσεων.
-Επέκταση της Κυριακάτικης απασχόλησης.
-Αύξηση των υπερωριών.
-Σταδιακή εισαγωγή της εξαήμερης εργασίας σε ορισμένους κλάδους.
-Θέσπιση εξαιρέσεων στις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και ουσιαστική κατάργησή τους στις πρώην ΔΕΚΟ.
Ενώ, με το νέο νομοσχέδιο:
-Θεσπίζεται εργασία στον ίδιο εργοδότη έως και 13 ώρες την ημέρα.
Αυτή η ρύθμιση έρχεται να προστεθεί στην εξίσου απαράδεκτη ρύθμιση της «παράλληλης απασχόλησης» σε δύο εργοδότες, που έφερε πάλι αυτή η κυβέρνηση.
– Fast track προσλήψεις ακόμα και για 48 ώρες. Εργαζόμενοι μίας χρήσης δηλαδή για να βγουν κάποιες ημέρες με μεγάλο φόρτο εργασίας και μετά καληνύχτα σας.
Άραγε θα τους προσμετρούν ως απασχολούμενους όλους αυτούς και θα μας λένε μετά για νέα «μείωση» της ανεργίας;
Ειδικά σε επιχειρήσεις εστίασης σε τουριστικές περιοχές, καταλαβαίνουμε όλοι σε ποιο βαθμό δύναται να εφαρμοστεί η συγκεκριμένη ρύθμιση.
-«Σπαστή» άδεια διακοπών. Δηλαδή, φύγε 2-3 μέρες τώρα που είμαστε χαλαρά, μετά ξαναέλα και ξαναφεύγεις τέλη του μήνα που θα πέσει πάλι η δουλειά. Τώρα, το τί διακοπές θα κάνει ο εργαζόμενος με αυτόν τον τρόπο, αφού δεν απασχολεί την εργοδοσία, δεν απασχολεί ούτε την κυβέρνηση.
Η Νέα Δημοκρατία έχει μάλιστα το θράσος όλα τα παραπάνω να τα προωθεί ως «πολιτικές ενίσχυσης των εργαζομένων», ενώ κάθε φορά που θα ξεμείνει από επιχειρήματα, αναφέρει δύο ρυθμίσεις: την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας και τις αυξήσεις στον κατώτατο μισθό.Για τα προβλήματα στην ψηφιακή κάρτα, θα χρειαζόταν ξεχωριστό άρθρο. Λίγα πράγματα ωστόσο για το ζήτημα του κατώτατου μισθού:
Πράγματι, η κυβέρνηση έχει προβεί σε ορισμένες αυξήσεις του κατώτατου μισθού. Ωστόσο, πέρα από το προφανές, ότι δηλαδή δεν καλύπτουν τον πληθωρισμό, η αλήθεια είναι πως ο κατώτατος μισθός δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα εργαλείο μείωσης της εκμετάλλευσης των νεοεισερχόμενων στην αγορά και μερικού περιορισμού του φαινομένου των φτωχών εργαζομένων. Δεν εισήχθη ως μέτρο για να αμείβεται με αυτόν ένα πολύ μεγάλο μέρος των εργαζομένων. Στις κανονικές χώρες τουλάχιστον, όχι στη δική μας.
Ο ρόλος του κατώτατου μισθού στη διαμόρφωση του μέσου μισθού είναι εξαιρετικά περιορισμένος. Οι δύο παράγοντες που παίζουν σημαντικό ρόλο είναι η συνδικαλιστική πυκνότητα και το εύρος της κάλυψης από συλλογικές συμβάσεις. Δηλαδή, το πόσοι διεκδικούν και το πόσους αφορά το αποτέλεσμα της διεκδίκησης. Η κυβέρνηση έχει περιορίσει και τα δύο.
Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ ζητά την κατάργηση των αντεργατικών νόμων της ΝΔ και την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Και έχει και πεπραγμένα στον τομέα αυτόν. Ο ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ ήταν που σε πολύ πιο δύσκολη για τη χώρα περίοδο (που είχε έρθει ως αποτέλεσμα της προηγούμενης διαχείρισης της οικονομίας από τις κυβερνήσεις των τότε «αρίστων») κατήργησε τον υποκατώτατο μισθό για τους νέους κάτω των 25 (διότι η ΝΔ τους ήθελε να δουλεύουν με 510 ευρώ μεικτά), προχώρησε στην πρώτη αύξηση του κατώτατου μισθού μετά από την κατάρρευσή του από τις ρυθμίσεις της κυβέρνησης Σαμαρά, θέσπισε την αιτιολόγηση των απολύσεων και την εκ των προτέρων δήλωση των υπερωριών (και τα δύο έσπευσε να τα καταργήσει η ΝΔ κατόπιν εντολών της εργοδοσίας) και επανέφερε τις βασικές αρχές των συλλογικών διαπραγματεύσεων.
Οι δύο βασικές αρχές είναι:
1)Η αρχή της επεκτασιμότητας. Δηλαδή, εάν καλύπτει το 50%+1 των εργαζομένων ενός κλάδου, τότε η σύμβαση επεκτείνεται σε ολόκληρο τον κλάδο.
2)Η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης. Δηλαδή, όταν συρρέουν δύο ή τρεις συλλογικές συβάσεις (εθνική γενική, κλαδική, επιχειρησιακή), εφαρμόζεται η πιο ευνοϊκή για τον εργαζόμενο.
Μόνο η κατάργηση των αντεργατικών νόμων της ΝΔ, η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και η ενίσχυση των κανόνων υγείας και ασφάλειας στην εργασία μπορεί να δώσει προοπτική στους εργαζομένους. Η Αριστερά, τάσσεται καθαρά ενάντια στην ευελιξία των εργασιακών σχέσεων και υπέρ της σταθερής και πλήρους απασχόλησης. Αυτός είναι ένας από τους βασικότερους λόγους που πρέπει να παλέψουμε για τη συνολική επαναφορά της ισχύος του κόμματός μας. Η λύση δε βρίσκεται ούτε στην αναμονή μέχρι να ωριμάσουν οι συνθήκες, ούτε στη στήριξη δήθεν αντισυστημικών, αλλά στην πραγματικότητα κρυφοαστικών κομμάτων.Η λύση βρίσκεται στην Αριστερά που θέλει να διεκδικεί στο σήμερα.
