Την πλάτη στις ειδήσεις γυρνά ένα συντριπτικό ποσοστό των Ελλήνων πολιτών που απαντά ότι δεν τις εμπιστεύεται καθόλου, την ώρα που η χώρα μας καταλαμβάνει και την τελευταία θέση μεταξύ των 46 συμμετεχουσών χωρών στην αίσθηση ανεξαρτησίας των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης τόσο από πολιτικές όσο και από επιχειρηματικές επιρροές.
Στα συμπεράσματα αυτά καταλήγει μεταξύ άλλων η ετήσια Έκθεση για την Ενημέρωση στο Διαδίκτυο (Digital News Report) του Ινστιτούτου Reuters για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσίασε η Διανέοσις.
Τα στοιχεία βασίζονται σε μια μεγάλη διαδικτυακή δημοσκόπηση δείγματος μεγαλύτερου των 2.000 ατόμων ανά χώρα. Το δείγμα είναι αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού κάθε χώρας που διαθέτει σύνδεση στο διαδίκτυο (στην Ελλάδα το ποσοστό είναι 78%) και όχι αντιπροσωπευτικό του συνολικού πληθυσμού. Στην Ελλάδα το δείγμα φέτος ήταν 2.004 άτομα.
Όπως εξηγεί ο ερευνητικός συνεργάτης του Ινστιτούτου Reuters, Αντώνης Καλογερόπουλος, από τις απαντήσεις των χρηστών σχετικά με την εμπιστοσύνη στις ειδήσεις, προκύπτει πως η Ελλάδα βρίσκεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα σε σχέση με τις άλλες χώρες που συμμετέχουν στην έρευνα, με μόνο το 27% του δείγματος να λέει πως εμπιστεύεται «τις περισσότερες ειδήσεις τις περισσότερες φορές».
Η χώρα μας φαίνεται να αφήνει πίσω της με χαμηλότερο ποσοστό (26%) μόνο τις ΗΠΑ, ενώ εξίσου χαμηλά ποσοστά με την Ελλάδα μοιράζονται η Ταιβάν και η Ουγγαρία. Στον αντίποδα, την υψηλότερη εμπιστοσύνη στις ειδήσεις εμφανίζουν οι Φινλανδοί (69%), οι οποίοι παραδοσιακά εμπιστεύονται περισσότερο τους θεσμούς, οι Νοτιοαφρικανοί (61%), αλλά και μία χώρα του ευρωπαϊκού Νότου, η Πορτογαλία με επίσης 61%.
Η Ελλάδα βρίσκεται παραδοσιακά χαμηλά στην εμπιστοσύνη στις ειδήσεις και μπορεί κατά τη διάρκεια της πρώτης φάσης της πανδημίας η εμπιστοσύνη να ανέβηκε στη χώρα μας – όπως και στις περισσότερες χώρες της έρευνας – ωστόσο συνολικά, φέτος η εμπιστοσύνη έπεσε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες.
Εάν στην εξίσωση μπει και ο πολιτικός προσανατολισμός των ερωτηθέντων, διαφαίνεται ότι τα τελευταία χρόνια η πολιτική πόλωση έχει επηρεάσει και τη σχέση των πολιτών με τα ΜΜΕ. Αν το δείγμα διαχωριστεί σε «αριστερούς», «κεντρώους» και «δεξιούς» με βάση το πώς τοποθετούν τον εαυτό τους στον πολιτικό άξονα, φαίνεται πως ήδη από το 2016 υπήρχαν χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στις ειδήσεις και από τις τρεις ομάδες. Το 2022 όμως οι διαφορές είναι μεγαλύτερες. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ανάμεσα στους «αριστερούς» ερωτηθέντες υπήρχε μια μικρή πτώση (από 18%, σε 16%) παρατηρείται άνοδος της εμπιστοσύνης στους «κεντρώους» (από 22% στο 30%) και στους «δεξιούς» ερωτηθέντες (από 24% σε 42%).

Κυνισμός και εμπιστοσύνη απέναντι στα μέσα ενημέρωσης
Η αίσθηση διαφάνειας πίσω από την παραγωγή των ειδήσεων είναι μια από τις παραμέτρους που επηρεάζει την εμπιστοσύνη στις ειδήσεις. Στη φετινή έκθεση συμπεριλήφθηκαν ερωτήσεις σχετικά με πιθανές αθέμιτες επιρροές στο περιεχόμενο των ΜΜΕ από πολιτικά ή επιχειρηματικά κέντρα εξουσίας.
Οι ερωτηθέντες κλήθηκαν να συμφωνήσουν ή να διαφωνήσουν με τις προτάσεις «Τα ΜΜΕ στη χώρα μου είναι κατά κύριο λόγο ελεύθερα από αθέμιτες πολιτικές επιρροές» και «Τα ΜΜΕ στη χώρα μου είναι κατά κύριο λόγο ελεύθερα από αθέμιτες επιχειρηματικές επιρροές».
Αν και σε καμία από τις 46 χώρες της έρευνας το δείγμα δεν πιστεύει κατά πλειοψηφία πως τα ΜΜΕ είναι κατά κύριο λόγο ελεύθερα από αθέμιτες επιρροές, στην Ελλάδα τα αποτελέσματα αυτής της αμφισβήτησης είναι εντυπωσιακά σύμφωνα με τα στοιχεία της μεγάλης έρευνας που παρουσιάζει το Έθνος.
Μόλις το 7% και 8% του δείγματος πιστεύει πως τα ΜΜΕ είναι ελεύθερα από αθέμιτες πολιτικές ή επιχειρηματικές επιρροές, αντίστοιχα. Αυτά τα ποσοστά κατατάσσουν την Ελλάδα στην τελευταία θέση των 46 χωρών, ενώ δεν παρατηρήθηκαν ιδιαίτερες διαφορές στα ποσοστά που καταγράφηκαν στη χώρα μας με βάση το φύλο, την ηλικία, το επίπεδο εκπαίδευσης ή τον πολιτικό προσανατολισμό των ερωτηθέντων.
Πως ενημερώνεται το νεότερο κοινό
Σχεδόν ανύπαρκτη παρουσία του έντυπου τύπου και πολύ περιορισμένη επιρροή της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου καταγράφουν οι ενημερωτικές συνήθειες των πολιτών έως 35 ετών. Σ΄αυτό συμβάλλει και το γεγονός ότι οι περισσότεροι/ες χρήστες του διαδικτύου αυτής της ηλικίας απέκτησαν σύνδεση στο διαδίκτυο ως ανήλικοι/ες και δεν έχουν αναμνήσεις από το τοπίο της ενημέρωσης πριν την έλευση του διαδικτύου.
Οι διαφορετικές ενημερωτικές συνήθειες με βάση την ηλικία είναι διακριτές όταν εξετάζεται η κύρια πηγή ενημέρωσης των ερωτηθέντων διαφορετικών ηλικιών (είτε στο διαδίκτυο είτε εκτός διαδικτύου). Αναλυτικά, οι ηλικίας κάτω των 35 επιλέγουν διαδικτυακές πηγές (74%) σε μεγαλύτερο βαθμό από τους ερωτηθέντες άνω των 35 (64%). Την «τηλεόραση» επιλέγει ως κύρια πηγή ενημέρωσης το 30% των άνω των 35 και μόλις το 18% των κάτω των 35, ενώ πολύ μικρά ποσοστά επιλέγουν το ραδιόφωνο και τον Τύπο ως την κύρια πηγή ενημέρωσής τους, ανεξαρτήτως ηλικίας.
