Η κοινωνία μας, λένε, πάει κατά διαόλου. Πόσα αισχρά και ανήκουστα πράγματα γίνονται, λένε.
Μα είναι κοινός τόπος. Τώρα τα μαθαίνουμε. Και τώρα μαθαίνουμε να στεκόμαστε δίπλα στο θύμα. Για να μαθαίνει κι αυτό πως μπορεί να μιλήσει. Και να ακουστεί. Για να ‘μάθουν’ και οι υποψήφιοι θήτες πως θα μαθευτεί! Και έτσι όλοι μαζί μαθαίνουμε να γινόμαστε μία σταλιά παραπάνω άνθρωποι. Και αν όλα πιστεύεται πως πάνε στραβά, εμείς να τα ισιώσουμε λιγάκι ρε παιδιά…
Ποια, ποιος από εσάς δεν έχει μία ιστορία ε; Κάτι που έγινε, σε κάποιον δικό του άνθρωπο, σε κάποιον γνωστό, ή γνωρίζει κάτι, που έγινε κάπου. «Τί θα πει ο κόσμος», αυτή η μάστιγα! Άνθρωποι που εκδιώχθηκαν γιατί ήταν «ανώμαλοι». Η ψυχική υγεία, αυτός ο άγνωστος… Γονείς που απαρνήθηκαν τα παιδιά τους. Αδέρφια, συγγενείς και «φίλοι» που έθαψαν τη φρίκη «για να μη στιγματιστεί η οικογένεια». Και έτσι στιγματίστηκαν γενιές και γενιές. Και μάθαμε να ζούμε σαν στρουθοκάμηλοι.
Κι όταν το θύμα μιλάει, το νου σας. Όταν το θύμα ψάχνει δικαίωση, το νου σας. Όλοι…
Παρακάτω, ο Αύγουστος Κορτώ γράφει για το τραύμα των θυμάτων κακοποίησης, που αντί να επουλώνεται, μεγαλώνει από την κοινωνία.
«Στα δεκατέσσερα, η μάνα μου άρχισε να παθαίνει κρίσεις πανικού, κι έπεσε σε κατάθλιψη. Η γιαγιά μου την εξόρκισε να μην πει κουβέντα σε κανέναν – για να μην της βγει η ρετσινιά της τρελής, και να μη ρεζιλέψει την οικογένεια – κι έπειτα την πήγε σ’ έναν επιφανή ψυχίατρο της Σαλονίκης (τότε ακόμα τους λέγαν κατ’ ευφημισμόν ‘νευρολόγους’).
Στο ιδιαίτερό του, ο λαμπρός αυτός επιστήμων ζήτησε απ’ το Κατερινάκι να γδυθεί, να βγάλει ακόμα και το σουτιέν, για να την εξετάσει. (Τι πιο φυσικό, σε ψυχιατρική συνεδρία με έφηβη που υποφέρει από αγχώδη διαταραχή και κατάθλιψη;).
Κάποια στιγμή, η μητέρα μου κατάλαβε ότι η ψηλάφηση δεν είχε ιατρικό χαρακτήρα, ότι ήταν κανονικό xoύφτωμα, αλλά είχε πετρώσει – οι τρελοί, μονολογούσε, δεν δικαιούνται να έχουν αξιοπρέπεια. Δεν μπορώ να ξέρω κατά πόσον, αν δεν είχε συμβεί αυτό το περιστατικό βάναυσης κακοποίησης, η κατάληξή της θα ήταν διαφορετική.
Μια γυναίκα που έπασχε από διπολική διαταραχή κι αλκοολισμό τη δεκαετία του ’80, σε μια πόλη όπου ελάχιστοι γιατροί είχαν ψυχοθεραπευτική επάρκεια, κι όταν τα φάρμακα ήταν ακόμα τόσο πρωτόγονα, που για να πάρεις αντιψυχωσικό χρειαζόσουν κι αντιπαρκινσονικό για τις παρενέργειες, πιθανότατα θα είχε κακό τέλος έτσι κι αλλιώς.
Κι ωστόσο, μοιραία, αναρωτιέμαι: Αν, τα τριάντα πέντε χρόνια που πέρασε ως αβοήθητη άρρωστη, μπορούσε να εμπιστευτεί έστω έναν ψυχίατρο, είχε το σθένος να αρχίσει τακτικές συνεδρίες, μήπως σήμερα θα ήταν ακόμα ζωντανή; Αλλά πώς να ‘δειχνε εμπιστοσύνη, πώς να καθόταν ή να ξάπλωνε μπροστά σε ψυχίατρο, χωρίς την αναβίωση του τραύματος; Κι έτσι, το ‘ριχνε απλώς στα χάπια.
Βλέποντας τώρα τον κατά συρροή βιασμό ενός παιδιού να γίνεται βορά τηλεοπτικού κουτσομπολιού, εργαλείο τηλεθέασης δημοσιογράφων με νοοτροπία νοσηρού ηδονοβλεψία, νιώθω οργή και συντριβή. Δεν διανοούνται το κακό που κάνουν.
Γιατί η κακοποίηση, ο βιασμός, δεν είναι αποτρόπαιες πράξεις με αρχή και τέλος. Ο αντίκτυπός τους μπορεί να στοιχειώσει – να ρημάξει – μια ολόκληρη ζωή. Κι αν δεν μπορείς να φερθείς με σεβασμό, φέρσου τουλάχιστον με την υποτυπώδη ανθρωπιά. Μη γίνεσαι κι εσύ θύτης για μια χούφτα βρομερή δημοσιότητα».
