Τα σημάδια στην ευρύτερη περιοχή δείχνουν έναν δύσκολο δρόμο και σε άλλες ευάλωτες οικονομίες παγκοσμίως, σε ένα ντόμινο εξελίξεων παρόμοιο με το 2008…
«Τα χειρότερα δεν έχουν έρθει ακόμα». Αυτό είναι το μήνυμα από τον επικεφαλής οικονομολόγο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, Πιερ Ολιβιέ Γκουρενσά, σχετικά με το τι να περιμένουμε το 2023. Σε όλο τον κόσμο, το ταμείο χαμήλωσε τις εκτιμήσεις του για το ΑΕΠ, ενόψει του πληθωρισμού που αναμένεται να παραμείνει υψηλός και του δολαρίου ΗΠΑ του οποίου η ισχύς χτυπά τα περισσότερα νομίσματα των αναδυόμενων αγορών. Ανακόπτοντας έτσι, ορισμένες από τις πρόσφατες μειώσεις στις τιμές των τροφίμων και των καυσίμων.
Για τη Λατινική (όπως συνηθίζουμε να λέμε, αλλά Νότια σωστότερα) Αμερική, τα άσχημα νέα του ΔΝΤ για το επόμενο έτος θα προστεθούν σε άλλα οικονομικά και πολιτικά προβλήματα ετών. Οι περισσότερες χώρες παρουσίασαν σχετικά αργή ανάπτυξη ξεκινώντας από τα μέσα της δεκαετίας του 2010, μετά το τέλος της άνθησης των εμπορικών συναλλαγών που είχε γεμίσει τα ταμεία τους μέχρι το 2013. Όμως δεν κατάφεραν να προσαρμόσουν τα οικονομικά τους σε βάθος χρόνου και τα ελλείμματα συσσωρεύτηκαν. Στη συνέχεια, η πανδημία και η ύφεση που προκλήθηκε από τα lockdown χτύπησαν ακόμα πιο σκληρά. Οι κυβερνήσεις αναγκάστηκαν να τρέξουν μία αλόγιστη επιδοματική πολιτική. Ακόμη και με τις πρόσθετες δαπάνες, οι άνθρωποι σε όλες της χώρες της ευρύτερης περιοχής βίωσαν μία σκληρή φτωχοποίηση.
Η ανάκαμψη μετά την πανδημία, το 2021 σήμαινε ότι πολλές χώρες γνώρισαν μια σύντομη έκρηξη. Αλλά η Νότια Αμερική, με την ιστορία του υπερπληθωρισμού, έσπευσε να αναγνωρίσει ότι η οικονομική ανάπτυξη συνεπαγόταν σοβαρό κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού. Οι κεντρικές τράπεζες της περιοχής ήταν από τις πρώτες παγκοσμίως που αύξησαν τα επιτόκια, επιβραδύνοντας σκόπιμα την ανάπτυξη με την ελπίδα να αποφύγουν τα χειρότερα αποτελέσματα του πληθωρισμού.
Οι εκτιμήσεις του ΑΕΠ για σχεδόν κάθε χώρα της Νότιας Αμερικής έχουν πλέον υποβαθμιστεί για το 2023 από το ΔΝΤ και άλλους οικονομικούς θεσμούς. Και ενώ οι περισσότερες χώρες προβλέπεται επί του παρόντος να παραμείνουν εκτός ύφεσης, υπάρχει μια σημαντική πιθανότητα να ακολουθήσουν περισσότερες υποβαθμίσεις. Αυτή τη στιγμή, η Χιλή είναι η μόνη μεγάλη οικονομία στην περιοχή που προβλέπεται να εισέλθει σε ύφεση το επόμενο έτος. Ωστόσο, εάν οι ΗΠΑ πέσουν σε ύφεση, την οποία οι οικονομολόγοι του Bloomberg θεωρούν σίγουρη, πολλές άλλες χώρες θα δουν την ανάπτυξή τους να πέφτει κάτω από τις τρέχουσες εκτιμήσεις. Σε ένα τέτοιο σενάριο, μια ρηχή ύφεση είναι πιθανή σε μια σειρά από άλλες χώρες σε όλη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου του Μεξικού, του οποίου η οικονομία είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με αυτή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ακόμη και για τις χώρες που παραμένουν σε έδαφος θετικής ανάπτυξης, ο πληθωρισμός θα πλήξει ιδιαίτερα τους πολίτες της μεσαίας και κατώτερης οικονομικής τάξης.
Αυτή η απαισιόδοξη προοπτική για την παγκόσμια οικονομία το 2023, θα είναι κρίσιμη και για τις κυβερνήσεις των χωρών της Νότιας Αμερικής
Η επιβράδυνση της οικονομικής ανάπτυξης, οι λιγότερες θέσεις εργασίας και ο συνεχιζόμενος υψηλός πληθωρισμός σημαίνουν ότι τα σημερινά υψηλά επίπεδα μετανάστευσης από τη Νότια Αμερική, ιδιαίτερα τη Βενεζουέλα, είναι πιθανό να συνεχιστούν και ίσως να αυξηθούν. Μια δεκαετία οικονομικής κακοδιαχείρισης και κατάρρευσης σημαίνει ότι ο αντίκτυπος οποιασδήποτε παγκόσμιας επιβράδυνσης θα μεγεθύνεται στα λαϊκά στρώματα της Βενεζουέλας και όχι μόνο. Επιπλέον, οι επιβραδύνσεις σε άλλες γειτονικές χώρες δίνουν στους μετανάστες της Βενεζουέλας λιγότερες θέσεις για να αναζητήσουν εργασία στη Νότια Αμερική, ωθώντας τους προς τις ευκαιρίες των ΗΠΑ.
Αλλά δεν είναι μόνο η Βενεζουέλα. Ένας αυξανόμενος αριθμός Βραζιλιάνων και Κολομβιανών έχουν επίσης φτάσει στα σύνορα ΗΠΑ-Μεξικού φέτος, και αυτό είναι πιθανό να συνεχιστεί και τον επόμενο χρόνο. Η μετανάστευση στην Κεντρική Αμερική επιβραδύνθηκε ελαφρώς το περασμένο έτος, αλλά θα μπορούσε να ξαναρχίσει. Κανένας όγκος μηνυμάτων σχετικά με το πόσο επικίνδυνο είναι το ταξίδι ή το πόσο απίθανο είναι να εισέλθει κάποιος στις ΗΠΑ δεν θα αποτρέψει τους ανθρώπους που διαφορετικά θα υποφέρουν από έλλειψη τροφής και ασφάλειας, εάν παραμείνουν στις χώρες τους.
Για τους ηγέτες σε όλη την περιοχή, η διακυβέρνηση είναι πιο δύσκολη όταν οι οικονομίες είναι αδύναμες. Η χρηστή διακυβέρνηση δεν θα κερδίσει ιδιαίτερη εμπιστοσύνη, γιατί στην καλύτερη περίπτωση το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να εμποδίσει την επιδείνωση μιας κακής κατάστασης, κάτι που αποτελεί ακαταμάχητο σημείο αναφοράς για πολίτες με πολύ υψηλότερες προσδοκίες. Τα λάθη και οι ανακρίβειες από πολιτικούς αξιωματούχους μπορούν να ενισχυθούν σε ένα τόσο εύθραυστο παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον, οδηγώντας τους επενδυτές να καταφύγουν στην ασφάλεια, γεγονός που επιδεινώνει τα πράγματα. Αυτό θα προσθέσει στις προκλήσεις μιας περιοχής που εδώ και χρόνια βιώνει ήδη μια περίοδο πολιτικής οργής, ψήφο κατά των κατεστημένων και χαμηλής δημοτικότητας μεταξύ των προέδρων, των νομοθετικών σωμάτων και των πολιτικών θεσμών.
Το να κατηγορούν μόνον τη διεθνή οικονομία, δεν θα βοηθήσει ιδιαίτερα τους ηγέτες που έχουν περιέλθει σε αυτή τη θέση. Οι ψηφοφόροι περιμένουν καλά αποτελέσματα, όχι δικαιολογίες.
Οι προοπτικές για το 2023 ενισχύουν την άποψη πως η Ν. Αμερική οδεύει προς μια πιθανή κρίση χρέους στα επόμενα χρόνια. Ακόμα κι αν η ύφεση είναι σύντομη και ρηχή, θα ακολουθήσουν μήνες ή χρόνια οικονομικών προκλήσεων για να επανέλθουν σε τάξη οι προϋπολογισμοί. Η διασύνδεση της περιοχής σημαίνει ότι μόλις συμβεί μια χρεοκοπία, θα αυξήσει το κόστος δανεισμού για τους γείτονες, ακόμα κι αν αυτοί ενεργούν με πιο βιώσιμο τρόπο.
«Τα χειρότερα έρχονται» δεν είναι αυτό που θέλει να ακούσει η περιοχή μετά από χρόνια προκλήσεων. Αλλά είναι μια προειδοποίηση που οι περιφερειακοί ηγέτες πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη.