Η συνέχεια που δεν υπήρξε στις Βερσαλλίες
Πολλές φορές η Ευρώπη, μάλλον η Ευρωπαϊκή ένωση έχει κατηγορηθεί πως πηγαίνει με αργά (πλην όμως σταθερά) βήματα. Αυτό είναι λογικό διότι δεν πρόκειται για μία ομοσπονδία, αλλά για μία ένωση κρατών μελών. Μία ένωση κρατών κάτω από κοινές αξίες, κοινό νόμισμα, αλλά διαφορετικές οικονομίες. Και το κυριότερο, διαφορετικές κοινωνίες. Μία ένωση κρατών και όχι λαών.
Η διακύβευση της εποχής αφορά στην ασφάλεια. Στην προστασία. Στην προκείμενη, την προστασία της Ουκρανίας από τη ρωσική εισβολή. Αλλά και των χωρών της Βαλτικής. Και νέων κρατών που επιθυμούν την ένταξη στην Ένωση. Είναι αυτό όμως κάτι που μπορεί να επιτευχθεί; Η ασφάλεια;
Το πρόσφατο παρελθόν έχει αναδείξει σε υπερθετικό βαθμό τα προβλήματα που υπήρξαν σχετικά με την προστασία της οικονομίας κρατών μελών της ΕΕ. Από τις προϋποθέσεις ένταξης, την πορεία των οικονομιών, τους δημοσιονομικούς στόχους και τις συνθήκες δανεισμού των κρατών, οι οικονομίες των οποίων επηρεάστηκαν πιο βαριά από την πρόσφατη οικονομική κρίση. Αλλά και τον πρώτο καιρό της πανδημίας η ΕΕ θα μπορούσε κάποιος να πει ότι δεν έδειξε αντανακλαστικά. Δυσκολεύτηκε και στη συνέχεια με το Ταμείο Επενδύσεων να κινητοποιήσει τις εργασίες πρόσθετης χρηματοδότησης και στήριξης των οικονομιών στα χτυπημένα από την πανδημία συμμετέχοντα κράτη μέλη.
Στο προσφυγικό ζήτημα, το οποίο τώρα βιώνουμε εκ των έσω, επίσης η ΕΕ – όχι στο σύνολό της- δεν στάθηκε πάντοτε ισότιμα απέναντι στα μέλη της. Ευρώπη τριών και παραπάνω, ταχυτήτων στην μετεγκατάσταση, την ένταξη και αφομοίωση προσφύγων. Κλείνοντας τα σύνορα κράτους μέλους κατά το δοκούν με μία εντολή. Ή τις τράπεζες…
Η Κύπρος και η Σερβία είναι ανοιχτές πληγές στις ζωές αλλά και τη συνείδηση εκατομμυρίων ανθρώπων.
Αν αναλογιστεί κάποιος τα παραπάνω θα ρωτήσει: Πώς μπορεί λοιπόν να εγγυηθεί η Ευρωπαϊκή Ένωση την πολιτική ασφάλεια των μελών της; Την εδαφική προστασία τους. Μα η απάντηση είναι προφανής: τα χρόνια ειρήνης μετά τον ΒΠΠ στη γηραιά Ήπειρο. Σωστά; Σωστά. Στην πρόσφατη Σύνοδο Κορυφής των Βερσαλλιών όμως χάθηκε μία ιστορική ευκαιρία.
Ιστορική ευκαιρία αναδιάρθρωσης πρωτοκόλλων και αναθεώρησης γραφειοκρατικών στατικών εμποδίων, με στόχο τη Συνταγματική αναδημιουργία της μετα-μεταπολεμικής (πλέον) Ευρώπης. Κυρίως όσον αφορά την ένταξη κρατών. Μία σύσφιξη των κοινών αξιών. Στον οικονομικό «πόλεμο» που βίωσαν μέλη της, καλή ώρα η Ελλάδα, αναπτύχθηκε ο Ευρωσκεπτικισμός. Όχι τόσο ως απόρριψη της Ένωσης αλλά σίγουρα ως μορφή αμφισβήτησης της πορείας της. Και δυστυχώς -και στην Ελλάδα- άνθισε το εθνικιστικό αφήγημα που πάτησε πάνω στην αμφισβήτηση της παρούσας πορείας της Ένωσης.
Αφηγήματα όπως της Λεπέν ή του Όρμπαν. Πάτησαν πάνω -και- στο γεγονός πως η Ευρώπη δεν έδειξε μία στιβαρή στάση πριν την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Από τη Γεωργία το 2008 ως την Ουκρανία το 2014 η ΕΕ έκανε τα στραβά μάτια, αγνοώντας και τις προκλήσεις του Κρεμλίνου αλλά και τις καταγγελίες μειονοτήτων και τις απαιτήσεις των αντιπάλων της Ευρωπαϊκής ενότητας. Άσχετα με το γεγονός πως πολλοί εξ’ αυτών παρουσιάζονται ως τιμητές της Ένωσης εσχάτως.
Η ΕΕ αύξησε δραματικά την ενεργειακή της εξάρτηση από τη Ρωσία, παρά τις σαφείς ενδείξεις του ρωσικού νεοϊμπεριαλισμού. Σαν να ήταν κάτι φυσιολογικό, το μη επιλήψιμο, το γεγονός πως μία χώρα της Ευρωπαϊκής Ηπείρου έχει εδαφικές αξιώσεις.
Η ευκαιρία που χάθηκε και η συνέχεια που δεν υπήρξε το τελευταίο διάστημα, μετά την εγρήγορση που διαδέχτηκε τη ρωσική εισβολή, είναι αναστρέψιμα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έδειξε πως έχει πνοή. Δεν είναι ο θεωρητικός γίγαντας που θα φιλοσοφήσει μέχρι εξαντλήσεως πριν δράσει. Τα εμπόδια του πρόσφατου παρελθόντος μπορούν και οφείλουν να ξεπεραστούν. Και αν κάποια χώρα αισθάνθηκε μόνη της κατά την οικονομική ή προσφυγική κρίση, αν κάποιο κράτος δέχτηκε ασφυκτικές πιέσεις τήρησης δημοσιονομικών στόχων που γονάτισαν την κοινωνία του, ας μην επαναληφθούν λάθη που διχάζουν. Αλλά ας γίνουν κι άλλα βήματα που ενώνουν. Και κάνουν ακόμα πιο θελκτική μία ειρηνική και αλληλέγγυα Ευρώπη.
