«Οι φαρμακευτικές έκαναν μεγάλη μπίζνα, θησαύρισαν με τα εμβόλια». Πόσες φορές ακούσαμε, διαβάσαμε, ίσως και να είπαμε οι ίδιοι αυτή τη φράση τα τελευταία 2 χρόνια; Πολλές μάλλον. Οι εταιρίες παρασκευής φαρμάκων είναι αλήθεια πως αύξησαν τα έσοδά τους κατακόρυφα μέσα στην πανδημία. Για παράδειγμα ο τζίρος της BioNTech εκτοξεύτηκε από μισό δισεκατομμύριο το 2020 σε κάτι παραπάνω από 17(!) δισεκατομμύρια το 2021.
Το γεγονός είναι πως τις τελευταίες δεκαετίες οι φαρμακοβιομηχανίες αυξάνουν διαρκώς τα κέρδη τους. Διότι υπάρχει αλματώδης επιστημονική πρόοδος. Πρόοδος που μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε, πολύ σοβαρές ασθένειες. Ακόμα και να τις εξαλείφουμε. Πρόοδος που ανεβάζει διαρκώς το προσδόκιμο ζωής. Πρόοδος, για την οποία οι φαρμακοβιομηχανίες έχουν επενδύσει τεράστια ποσά και προσδοκούν τα αποτελέσματα από τα οποία ωφελείται η ανθρωπότητα και φυσικά τα αντίστοιχα κέρδη.
Δεδομένα, με την έναρξη της πανδημίας Covid-19, γεγονός πρωτόγνωρο και καταρρακτωδώς εξελισσόμενο, η παγκόσμια ιατρική κοινότητα αφοσιώθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στην αντιμετώπιση της πολύνεκρης αυτής νόσου. Οι έρευνες, οι πόροι και οι εργατοώρες της μελέτης έπεσαν συνολικά πάνω στην εξεύρεση φαρμάκων πρόληψης και -πρωτίστως- εξουδετέρωσης των αιτιών που οδηγούσαν ανθρώπους σε βαριά νόσηση και κατάληξη.
Οι επενδύσεις ιδιωτών και κρατικών φορέων εν μέσω πανδημίας, σύμφωνα με το Κέντρο Παγκόσμιας Υγείας του πανεπιστημίου της Γενεύης, χτύπησαν κόκκινο. Ενδεικτικά στη Γερμανία, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση επένδυσε το 2021 άνω των 13 δισεκατομμυρίων ευρώ σε εμβόλια, διαγνωστικά τεστ και έρευνα. Πέραν των 17 δισ. που χρειάστηκαν για τον εξοπλισμό των νοσοκομείων της χώρας με κλίνες εντατικής φροντίδας και θεραπείας.
Η παγκόσμια κοινότητα, οι πολίτες της κάθε χώρας κατά πλειοψηφία, δέχτηκαν τα μέτρα κατά της εξάπλωσης του νέου κορονοϊού στωικά και πειθάρχησαν σε τεράστιο βαθμό. Ειδικά στα 2 πρώτα κύματα της έξαρσης, εντός του 2020, παρά το ανελέητο χτύπημα που δέχτηκαν οι οικονομίες ανά την κόσμο, οι άνθρωποι επέδειξαν μία καθολική σχεδόν στάση ευθύνης και συνεργασίας με τις ιατρικές και πολιτικές αρχές κατά τόπους. Εμπιστεύτηκαν την επιστημονική κοινότητα και εμβολιάστηκαν σε ποσοστά άνω του 70% στον αναπτυγμένο κόσμο. Παρά τους προβληματισμούς και τον σκεπτικισμό από το σοκ της νόσου και τις παρενέργειες αυτής αλλά και των σκευασμάτων αντιμετώπισης. Όμως υπήρξαν και υπάρχουν ακόμη χώρες, που δεν είχαν πρόσβαση σε έγκαιρη αντιμετώπιση του ιού.
Όποια γνώμη κι αν έχουμε περί «μπίζνας στην Υγεία», η οποία υπάρχει και μάλιστα πρόσφατα ο κολοσσός Novartis καταδικάστηκε στις ΗΠΑ για σκάνδαλα σε παγκόσμια κλίμακα, η αλήθεια είναι πως αναρίθμητοι πολίτες επωφελούνται από την εξέλιξη της ιατρικής επιστήμης. Υπάρχουν σαφώς και οι μελέτες που αναδεικνύουν μεγάλη ανισότητα ως προς την ιατρική φροντίδα και εξυπηρέτηση παγκοσμίως. Ο Βρετανικός οργανισμός Global Justice Now, υπολογίζει τα έσοδα της Pfizer υπερπενταπλάσια από τον προϋπολογισμό για την υγεία στις φτωχότερες χώρες του πλανήτη.
Και κάπως έτσι ξεκίνησε από οργανισμούς, από ιδιώτες αλλά και από πολιτικούς φορείς η συζήτηση για την άρση της ευρεσιτεχνίας των εμβολίων. Παρά το γεγονός πως εταιρίες όπως η AstraZeneca δίνει το εμβόλιό της σε τιμή κόστους και άλλες εταιρίες παραιτούνται των εισπράξεων πατέντας ορισμένων σκευασμάτων σε κάποιες χώρες, η πρόσβαση στα εμβόλια κατά του ιού SARS-CoV-2 σε πολλές περιοχές του κόσμου είναι αδύνατη. Ή γίνεται μέσω δωρεών, ή μετά από αρκετό καιρό εξάπλωσης της νόσου στην κοινότητά τους.
Τους τελευταίους μήνες υπήρξαν διαβουλεύσεις μεταξύ των εταιριών παραγωγής των εμβολίων και εκπροσώπων από ΗΠΑ, ΕΕ, Ινδία και Ν. Αφρική, περί της άρσης πνευματικής ιδιοκτησίας των σκευασμάτων. Αυτές οι εργασίες γίνονταν μάλιστα υπό την αιγίδα του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου. Οι διαπραγματεύσεις είχαν ως σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στις αναπτυσσόμενες χώρες να παράγουν εμβόλια δίχως να απειλούνται για παραβίαση των δικαιωμάτων ευρεσιτεχνίας. Όλη αυτή η προσπάθεια -όπως έγινε γνωστό προ λίγων ημερών μέσω διπλωματικών διαρροών- δεν τελεσφόρησε.
Η πίεση που ασκείται για την άρση της πατέντας είναι μεγάλη αλλά όχι καθολική. Υπάρχουν πολλοί πολέμιοι αυτής της ιδέας. Η διαμάχη των ΗΠΑ με την Κίνα αποτελεί τροχοπέδη στην εύρεση λύσης. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ελβετία, χώρες με ισχυρή παρουσία στη βιομηχανία φαρμάκων επίσης εγείρουν ενστάσεις. Χώρες της Νότιας Αμερικής επιθυμούν επίσης, να ενταχθούν στην άρση πατέντας και φάρμακα κατά τροπικών ασθενειών.
Αξίζει όμως να παλέψουμε συνολικά για την απαλλαγή των δικαιωμάτων της ευρεσιτεχνίας, χωρίς φυσικά να απειληθούν τα κέρδη των βιομηχανιών παραγωγής φαρμάκων. Ίσως μόνο τα υπερκέρδη, σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης όπως αυτή που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια. Έκτακτης ανάγκης που έχει αγγίξει 500 εκατομμύρια ανθρώπων παγκοσμίως και έχει στοιχίσει τη ζωή σε πάνω από 6,2 εκατομμύρια πολίτες μέχρι σήμερα.
